ακροτελεύτιο

το (Α ἀκροτελεύτιον)
το περιοδικά επαναλαμβανόμενο μέρος άσματος, επωδός, «ρεφραίν»
μσν.
εφύμνιον, ακρόστιχον
αρχ.
το τελευταίο μέρος, η παρυφή κάθε πράγματος και κυρίως το τέλος ποιήματος ή στίχου.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ἀκρο- (Ι) + τελευτή].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • εφύμνιο — Επιφώνημα των χριστιανών στις βυζαντινές εκκλησίες ύστερα από κάθε ύμνο. Προερχόταν από την επιθυμία του λαού να συμμετέχει στις ψαλμωδίες, όταν καταργήθηκε η συνήθεια των ομαδικών ψαλμών και στις εκκλησίες διορίστηκαν οι πρώτοι ψάλτες. Το ε.… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.